
Όταν ο Τεχνικός Διευθυντής (CTO) της Palantir, Σιάμ Σάνκαρ, εμφανίστηκε στην εκπομπή Face the Nation του CBS, πολλοί περίμεναν μια τυπική τεχνική ανάλυση για τις δυνατότητες των αλγορίθμων. Έκαναν λάθος.
Σήμερα, συστήματα AI εκπαιδευμένα σε βάσεις γενετικών δεδομένων δεκάδων χιλιάδων δειγμάτων, μπορούν να αναγνωρίσουν τις ακριβείς γενετικές υπογραφές που είναι ενεργές αποκλειστικά στα καρκινικά κύτταρα. Αυτή η τεχνολογία επιτρέπει τον σχεδιασμό εξατομικευμένων εμβολίων κατά του καρκίνου —μια περιοχή όπου εταιρείες όπως η Moderna και η Merck βρίσκονται ήδη σε προχωρημένες κλινικές δοκιμές— καθώς και τη δημιουργία έξυπνων κυττάρων CAR-T που δεν εξαντλούνται μέσα στο ανοσοκατασταλτικό περιβάλλον ενός όγκου.
Επιπλέον, η ανάλυση εικόνων και γονιδιωματικών δεδομένων μέσω AI καθιστά δυνατό τον εντοπισμό του καρκίνου χρόνια πριν εμφανιστούν τα πρώτα συμπτώματα.
Η θεραπεία του καρκίνου βασίζεται σήμερα εν πολλοίς στον εντοπισμό φυσικών στόχων στα προβληματικά κύτταρα και τη δημιουργία φαρμάκων για την καταστροφή τους. Αυτή η διαδικασία είναι αργή, ακριβή και επικίνδυνη, καθώς οι ίδιοι στόχοι υπάρχουν και στα υγιή κύτταρα, προκαλώντας τοξικές παρενέργειες.
Για παράδειγμα, στον καρκίνο του πνεύμονα, που αποτελεί την πιο θανατηφόρα μορφή με 1,8 εκατομμύρια θανάτους ετησίως σε παγκόσμιο επίπεδο, παρά την πρόοδο των τελευταίων δεκαετιών, το 70% των ασθενών εξακολουθεί να πεθαίνει μέσα σε μια πενταετία, σημειώνει το ΤΙΜΕ.
Γεωπολιτικός ανταγωνισμός και επενδυτικό κενό
Παρά τις τεράστιες προοπτικές, η επιστημονική κοινότητα προειδοποιεί ότι η Δύση κινδυνεύει να χάσει την πρωτοκαθεδρία.
Η Κίνα έχει αναγάγει τη βιοτεχνολογία σε εθνική στρατηγική προτεραιότητα, διοχετεύοντας κρατικά κονδύλια απευθείας σε νεοφυείς εταιρείες και επιταχύνοντας τις εγκρίσεις φαρμάκων. Είναι χαρακτηριστικό ότι μέσα σε μόλις έξι μήνες, η παγκόσμια φαρμακοβιομηχανία δέσμευσε δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια σε συμφωνίες με κινεζικές εταιρείες βιοτεχνολογίας.
Την ίδια ώρα στις Ηνωμένες Πολιτείες, τα επιχειρηματικά κεφάλαια εξακολουθούν να ρέουν συντριπτικά προς την AI λογισμικού, όπως τα γλωσσικά μοντέλα και τα chatbots, αφήνοντας τη βιοφαρμακευτική με ένα μικρό κλάσμα των συνολικών επενδύσεων.
Όπως διαπιστώνει ψύχραιμα το άρθρο η ΤΝ είναι πράγματι ένα ίσχυρο εργαλείο που μετατρέπει τη βιολογία από θεωρητική επιστήμη σε εφαρμοσμένη μηχανική. Ωστόσο, η μετάβαση από το εργαστήριο στις πραγματικές θεραπείες απαιτεί εξαιρετικά απαιτητικές κλινικές δοκιμές, τεράστια κεφάλαια και χρόνο.
Το να τζογάρει κανείς την υγεία περιμένοντας ότι ένας αλγόριθμος θα εξαφανίσει μαγικά τις συνέπειες σε λίγα χρόνια είναι απλώς ακόμη μια θλιβερή διαπίστωση της νέας μεσσιανικής τρέλας μια Σίλικον Βάλει που λατρεύει να καπνίζει -όταν δεν τριπάρει κάνοντας ναρκωτικά.
Κεταμίνη και άλλοι εθισμοί των tech-bros
Δημοσίευμα της Wall Street Journal του 2023 αποκάλυψε την ευρεία χρήση ψυχεδελικών και άλλων ναρκωτικών ουσιών από ηγετικές προσωπικότητες και στελέχη της Σίλιον Βάλει.
Ανάμεσα στα ονόματα που κατονομάστηκαν στο ρεπορτάζ είναι ο Έλον Μασκ, ο οποίος κάνει χρήση κεταμίνης -υποστηρίζοντας δημόσια ότι βοηθά στην κατάθλιψη περισσότερο από τα αντικαταθλιπτικά-, ο συνιδρυτής της Google Σεργκέι Μπριν που καταναλώνει μαγικά μανιτάρια, καθώς και στελέχη της Founders Fund που διοργανώνουν πάρτι με ψυχεδελικές ουσίες.
Η χρήση ουσιών, όπως η κεταμίνη, το LSD και η έκσταση, έχει πάψει να είναι μια απλή ψυχαγωγική δραστηριότητα εκτός εργασίας και έχει ενσωματωθεί πλήρως στην εταιρική κουλτούρα της τεχνολογίας σημείωσε το άρθρο.
Στελέχη και εργαζόμενοι καταφεύγουν στη μικροδοσολογία (microdosing) ως ένα εργαλείο δουλειάς για την ενίσχυση της δημιουργικότητας, την παραγωγή έξυπνων επιχειρηματικών ιδεών και τη διαύγεια σκέψης, εκμεταλλευόμενοι την ανοχή που επιδεικνύουν οι εταιρείες χωρίς να διενεργούν ελέγχους.
Το φαινόμενο έχει αποκτήσει τέτοιες διαστάσεις που προκαλεί πλέον την ανησυχία διοικητικών συμβουλίων για πιθανές νομικές ευθύνες, ενώ οι χρήστες προμηθεύονται τις ουσίες από εμπόρους ή εξειδικευμένους χημικούς.
Η τάση με τα ιδιωτικά, αυστηρά προστατευμένα πάρτι ψυχεδελικών δεν περιορίζεται πλέον στο Σαν Φρανσίσκο, αλλά επεκτείνεται σε περιοχές όπως το Μαϊάμι και το Μεξικό σημείωσε η WSJ.



