
Στις 7 Οκτωβρίου 2026, η Σούζαν Ντελ, συνιδρύτρια του φιλανθρωπικού ιδρύματος Michael & Susan Dell Foundation, βρέθηκε στο επίκεντρο της παγκόσμιας επικαιρότητας.
Στεκόμενη στο Οβάλ Γραφείο δίπλα στον σύζυγό της και διευθύνοντα σύμβουλο της Dell Technologies, Μάικλ Ντελ, καθώς και στον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, η παρουσία της συνδέθηκε με μια από τις μεγαλύτερες ιδιωτικές φιλανθρωπικές πρωτοβουλίες των τελευταίων ετών.
Το ίδρυμα ανακοίνωσε μια μνημειώδη δέσμευση ύψους 6,25 δισεκατομμυρίων δολαρίων για τη χρηματοδότηση των «Trump Accounts».
Πρόκειται για ένα πρόγραμμα επενδυτικών λογαριασμών με ειδικά φορολογικά προνόμια, το οποίο σχεδιάστηκε για να προσφέρει σε 25 εκατομμύρια παιδιά στις Ηνωμένες Πολιτείες τη δυνατότητα να χτίσουν μακροπρόθεσμες αποταμιεύσεις για το μέλλον τους.
Ωστόσο, αυτό που θα έπρεπε να αποτελεί θέμα συζήτησης και debate μετατράπηκε μέσα σε ελάχιστες ώρες σε πεδίο έμφυλης τοξικότητας.
Διαδικτυακός μισογυνισμός
Παρά την ιστορική κλίμακα της δωρεάς, η προσοχή μιας τεράστιας μερίδας των χρηστών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μετατοπίστηκε βίαια από την πολιτική και κοινωνική ουσία της είδησης στην εξωτερική εικόνα της Σούζαν Ντελ.
Πλατφόρμες όπως το X (πρώην Twitter), το TikTok και το Instagram κατακλύστηκαν από αποσπάσματα βίντεο, φωτογραφίες και κακόβουλα memes που εστίαζαν αποκλειστικά στο πρόσωπο, το μακιγιάζ και τη στάση του σώματός της.
Ο ψηφιακός σχολιασμός ξεπέρασε γρήγορα τα όρια της απλής κακοπροαίρετης κριτικής, διολισθαίνοντας στον πλήρη κακοποιητικό λόγο με χιλιάδες χρήστες να σχολιάζουν την εμφάνιση και την κινησιολογία της ενώ δεν έλειψαν οι χαρακτηρισμοί που αμφισβητούσαν την ίδια την «ανθρώπινη» υπόστασή της:
«Δεν μοιάζει καν με άνθρωπο, φαίνεται σαν μια πλαστική μαριονέτα που τοποθετήθηκε εκεί για τις φωτογραφίες», έγραψε ένας από τους χιλιάδες χρήστες ενώ άλλοι την αποκάλεσαν «ερπετό», «εξωγήινη», «τέρας με πόδια».
Την ίδια στιγμή ένα άλλο σχόλιο έγινε viral γράφοντας: «Πώς γίνεται να δωρίζεις δισεκατομμύρια για τα παιδιά και όλοι να ασχολούνται μόνο με το πρόσωπό σου;»
Η σφοδρότητα της επίθεσης ήταν τέτοια που ανάγκασε τον ίδιο τον Μάικλ Ντελ να παρεμβεί δημόσια. Σε μια φορτισμένη δήλωση ο δισεκατομμυριούχος καταδίκασε τα διαδικτυακά τρολ» και ύψωσε ασπίδα προστασίας γύρω από τη σύζυγό του:
«Η Σούζαν είναι μια γυναίκα με σπάνια εσωτερική και εξωτερική ομορφιά, της οποίας η καρδιά και η αφοσίωση έχουν αλλάξει τις ζωές εκατομμυρίων παιδιών. Όσα πικρόχολα σχόλια κι αν γραφτούν πίσω από την ανωνυμία μιας οθόνης, δεν μπορούν να σβήσουν δεκαετίες πραγματικής, ανιδιοτελούς προσφοράς».
Δύο μέτρα και σταθμά
Η υπόθεση της Σούζαν Ντελ πυροδότησε έναν ευρύτερο διάλογο μεταξύ κοινωνιολόγων, αναλυτών μέσων ενημέρωσης και φεμινιστικών κοινοτήτων σχετικά με τα έμφυλα δύο μέτρα και σταθμά στη δημόσια σφαίρα.
Το περιστατικό ανέδειξε εκ νέου το πατριαρχικό μοτίβο σύμφωνα με το οποίο οι γυναίκες που βγαίνουν στο προσκήνιο υφίστανται εξαντλητικό και δυσανάλογο έλεγχο για το γήρας, τα ρούχα, τα μαλλιά ή το μακιγιάζ τους.
«Παρακολουθούμε ξανά την κλασική πατριαρχική τακτική: όταν μια γυναίκα βρίσκεται σε ένα δωμάτιο όπου λαμβάνονται αποφάσεις δισεκατομμυρίων, το σύστημα προσπαθεί να την απογυμνώσει από την υπόστασή της μειώνοντάς την στο πώς δείχνει», σημείωσε αναλύτρια έμφυλων σπουδών στο Daily Beast.
«Αν στη θέση της βρισκόταν ένας άνδρας φιλάνθρωπος, η συζήτηση θα αφορούσε την οικονομική του ισχύ και την πολιτική του επιρροή. Για τη γυναίκα, η συζήτηση αφορά πάντα το αν είναι αρκετά νέα ή αρεστή στο μάτι».
Σε ψηφιακές κοινότητες, όπως το Feminist Community του Reddit, η χλεύη γύρω από την εμφάνισή της ερμηνεύτηκε ως μια προσπάθεια «τιμωρίας» για μια γυναίκα που μεγαλώνει.
«Η γυναικεία γήρανση στη δημόσια σφαίρα αντιμετωπίζεται σχεδόν ως έγκλημα. Η Σούζαν Ντελ δώρισε 6,25 δισεκατομμύρια δολάρια, κι όμως το διαδίκτυο αποφάσισε ότι το μόνο που αξίζει να συζητηθεί είναι το αν γέρασε “σωστά”» γράφει μια ανάρτηση με πολλά upvotes.
Παλιά ιστορία στοχευμένου εκφοβισμού
Αναλυτές των ψηφιακών μέσων σημειώνουν ότι η Σούζαν Ντελ δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό, αλλά προστίθεται σε μια μακρά ιστορική αλυσίδα γυναικών της δημόσιας ζωής —από τη Χίλαρι Κλίντον και την Καμάλα Χάρις μέχρι τη Μελάνια Τραμπ— των οποίων η δράση, το έργο ή οι πολιτικές θέσεις επισκιάζονται συστηματικά από επιθετικές, προσωπικές επιθέσεις για την εικόνα τους.
Ενώ η κριτική απέναντι σε δημόσια πρόσωπα που επιλέγουν να συνδεθούν με υψηλού προφίλ πολιτικές πρωτοβουλίες είναι απολύτως θεμιτή και αναμενόμενη σε μια δημοκρατία, η υπόθεση αυτή χαράσσει μια σαφή κόκκινη γραμμή.
Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στην πολιτική διαφωνία για ένα κυβερνητικό πρόγραμμα και στον καθαρό, έμφυλο εκφοβισμό. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε σε τηλεοπτικό σχόλιο του CNN:
«Όταν η ψηφιακή κοινότητα επιλέγει να ‘τιμωρήσει’ μια γυναίκα για το πρόσωπό της αντί να κρίνει το έργο της, το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην εικόνα της, αλλά στον βαθιά ριζωμένο μισογυνισμό που εξακολουθεί να διέπει την ψηφιακή μας κουλτούρα».
«Μπορείς να διαφωνείς με την ατζέντα της αλλά άσε την εμφάνισή της εκτός συζήτησης»
Η παρουσία της φιλανθρώπου στον Λευκό Οίκο δίπλα στον Ντόναλντ Τραμπ πυροδότησε μια θύελλα κακόβουλων σχολίων για την εικόνα της σημειώνει στο Tyla η Μάντισον Μπέρτζες.
Γράφει η αρθρογράφος:
Ακόμη κι αν δεν έχετε ιδέα ποια είναι η Σούζαν Ντελ, μπορώ να σας εγγυηθώ ότι έχετε δει το πρόσωπό της τις τελευταίες 24 ώρες, κατακλυσμένο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και συνοδευόμενο, ως επί το πλείστον, από σκληρά σχόλια.
Η 62χρονη φιλάνθρωπος βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο της δημοσιότητας, αφού συνόδευσε τον σύζυγό της, Μάικλ Ντελ, 61 ετών, διευθύνοντα σύμβουλο της Dell Technologies, στον Λευκό Οίκο, μετά τη συνεισφορά τους ύψους 6,25 δισεκατομμυρίων δολαρίων στην πρωτοβουλία Trump Accounts.
Το ζεύγος Ντελ παντρεύτηκε το 1989 και η Σούζαν είναι μια αυτόφωτη επιχειρηματίας, έχοντας λανσάρει τρία brands μόδας, μεταξύ των οποίων το Phi το 2003.
Είναι επίσης αθλήτρια που έχει λάβει μέρος σε μαραθωνίους, τρίαθλα και στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ironman.
Ανακοίνωσαν τη δωρεά τον περασμένο Δεκέμβριο για τους επενδυτικούς λογαριασμούς παιδιών με φορολογικά προνόμια του Αμερικανού Προέδρου και συναντήθηκαν με τον Τραμπ την Τετάρτη (7 Οκτωβρίου) για να προωθήσουν το πρόγραμμα.
Οι δισεκατομμυριούχοι της τεχνολογίας είναι από καιρό φίλοι με τον Ντόναλντ Τραμπ και έχουν υποστηρίξει δημόσια το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, γεγονός που έχει προκαλέσει την αυστηρή κριτική αναλυτών για τη σύγχυση της εταιρικής επιρροής στον χώρο της τεχνολογίας, της φιλανθρωπίας και της κομματικής πολιτικής.
Όμως, ανεξάρτητα από το τι πιστεύει κανείς για την υποστήριξη της Ντελ στον Τραμπ, αυτό δεν δίνει στο διαδίκτυο καμία δικαιολογία για να διαλύσει την εμφάνισή της.
Διαδικτυακά «τρολ», κυρίως άνδρες αλλά και ορισμένες γυναίκες, δημοσιεύουν φωτογραφίες της Ντελ από τον Λευκό Οίκο, συγκρίνοντάς τες με το πώς έμοιαζε πριν από 20 χρόνια, στα νεότερα χρόνια της, συνοδευόμενες από απαράδεκτα σχόλια και εισβολή στην ιδιωτικότητά της με εικασίες για πλαστικές επεμβάσεις.
Δυστυχώς, πρόκειται για μια παλιά ιστορία που έχουμε δει να επαναλαμβάνεται πολλές φορές στο παρελθόν με γυναίκες από όλα τα πολιτικά υπόβαθρα και τις επαγγελματικές διαδρομές — καμία δεν είναι ασφαλής από τον μισογυνισμό το 2026.
Δεν μας επιτρέπεται να γεράσουμε, αλλιώς θα μας συγκρίνουν συνεχώς με μια εκδοχή του εαυτού μας από δεκαετίες πριν και θα μας λέτε ότι «αφεθήκαμε», ενώ οι άνδρες είναι «γοητευτικοί γκριζομάλληδες» που «γερνούν σαν το παλιό καλό κρασί».
Αν επιλέξουμε να κάνουμε κάποια αισθητική επέμβαση, ούτε αυτό είναι αρκετό, καθώς τότε θα μας χαρακτηρίσουν «αγνώριστες» και θα μας επιπλήξουν επειδή δείχνουμε «ψεύτικες».
Ακόμα κι αν είστε ορκισμένοι Δημοκρατικοί, το να διαλύετε την εμφανιση άλλων γυναικών επιτρέπει σε αυτόν τον φαύλο κύκλο να συνεχίζεται.
Επίσης, αυτό αποσπά την προσοχή από τα πραγματικά πολιτικά ζητήματα. Γιατί οι τίτλοι των ειδήσεων αφορούν όλοι τη γήρανση μιας γυναίκας και όχι τα εκατομμύρια δολάρια που διακινούνται;
Αυτή η κριτική δεν επιφυλάσσεται μόνο για τις Ρεπουμπλικανές. Κατά τη διάρκεια της θητείας της ως Πρώτη Κυρία, η Μισέλ Ομπάμα αντιμετώπισε ασταμάτητο έλεγχο και ρατσισμό σχετικά με τη φυσική της εμφάνιση, τις ενδυματολογικές της επιλογές, ακόμα και τις εκφράσεις της.
Σε ένα επεισόδιο του podcast της IMO with Michelle Obama & Craig Robinson τον Νοέμβριο του 2025, η ίδια δήλωσε: «Είναι συνήθεια της κουλτούρας του κόσμου να βάζει τις γυναίκες στη θέση τους επιτιθέμενη στη φυσική τους υπόσταση».
Και μιλώντας στο podcast Call Her Daddy νωρίτερα φέτος, πρόσθεσε: «Καθώς η δημοτικότητά μου αυξανόταν, με κάλυπταν περισσότερο τα μέσα, κι έτσι ο Τύπος μπήκε στο προσκήνιο με σχετικά ρεπορτάζ.
Έτσι, το πρώτο πράγμα μετά από όλη αυτή τη συζήτηση και τη σύνδεση, στην κορυφή του άρθρου ήταν το “Τι φορούσε”. Όχι η εκπαίδευσή μου, όχι η επαγγελματική μου καριέρα, αλλά όλα ξεκινούσαν από την εμφάνιση — και έγινε χειρότερο καθώς γινόμασταν καλύτεροι.
Γρήγορα, τα παπούτσια μου έγιναν το πιο σημαντικό πράγμα πάνω μου».
Αυτό μου θυμίζει τη συζήτηση του 2023 γύρω από το «αγνώριστο πρόσωπο» της Μαντόνα. Στα Βραβεία Grammy, αντί να εστιάσουν στην ομιλία της, κατακλύστηκε από σχόλια που την κατηγορούσαν ότι έδειχνε «διαφορετική» και ότι είχε κάνει πλαστικές επεμβάσεις.
Η ίδια έγραψε στο Instagram στη συνέχεια: «Πολλοί άνθρωποι επέλεξαν να μιλήσουν μόνο για κοντινές φωτογραφίες μου που λήφθηκαν με τηλεφακό από έναν φωτογράφο του Τύπου, οι οποίες θα παραμόρφωναν το πρόσωπο οποιουδήποτε!!
Για άλλη μια φορά, βρίσκομαι παγιδευμένη στη δίνη του ηλικιακού ρατσισμού και του μισογυνισμού που διαποτίζει τον κόσμο στον οποίο ζούμε.
Έναν κόσμο που αρνείται να γιορτάσει τις γυναίκες μετά την ηλικία των 45 ετών και νιώθει την ανάγκη να τις τιμωρήσει αν συνεχίσουν να είναι ισχυρογνώμονες, εργατικές και περιπετειώδεις».
Σωστά, πες τα! Ας καταλογίζουμε ευθύνες στις γυναίκες για τις πράξεις τους, παρά για την εμφάνισή τους, παρακαλώ και ευχαριστώ.



