
Πριν από ενάμιση αιώνα, χιλιάδες άνθρωποι συγκεντρώνονταν γύρω από τραπέζια περιμένοντας ένα χτύπημα, μια φωνή ή μια αχνή μορφή που θα τους έπειθε ότι οι αγαπημένοι τους δεν είχαν χαθεί για πάντα. Σήμερα, η ανάγκη αυτή δεν έχει εξαφανιστεί· απλώς έχει αλλάξει μορφή. Αντί για μέντιουμ και σεάνς, ολοένα και περισσότεροι στρέφονται σε εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης (AI) που υπόσχονται να «αναστήσουν» ψηφιακά όσους έφυγαν από τη ζωή. Σύμφωνα με την ιστορικό και ερευνήτρια λαογραφίας Τζέσικα Λόιντ Μέι του Πανεπιστημίου του Νότιγχαμ, η ομοιότητα ανάμεσα στα δύο φαινόμενα είναι πολύ μεγαλύτερη απ’ όσο φαίνεται.
Νικηφόρος Λύτρας, Το Ψαριανό Μοιρολόι, 1888
Käthe Kollwitz, In Memoriam Karl Liebknecht,1920, Πηγή: moma.org
The Old Guitarist, Πάμπλο Πικάσο, 1903–04
Ένα παλιό φαινόμενο με νέα τεχνολογία
Η ιδέα ότι κάποιοι μπορεί να εκμεταλλεύονται οικονομικά ανθρώπους που βρίσκονται σε βαθύ πένθος δεν είναι καινούργια. Ήδη από το 1888 ο συγγραφέας Μ. Ε. Ντάρμπι προειδοποιούσε ότι επαγγελματίες του πνευματισμού πλούτιζαν εκμεταλλευόμενοι την ευαλωτότητα όσων είχαν χάσει δικούς τους ανθρώπους.
Την ίδια άποψη συμμεριζόταν αργότερα και ο διάσημος ταχυδακτυλουργός Χάρι Χουντίνι, ο οποίος αφιέρωσε μεγάλο μέρος της καριέρας του στην αποκάλυψη των τεχνασμάτων που χρησιμοποιούσαν τα μέντιουμ για να εξαπατούν το κοινό. Μάλιστα, πριν πεθάνει συμφώνησε με τη σύζυγό του ότι, αν υπήρχε πράγματι δυνατότητα επικοινωνίας από τον άλλο κόσμο, θα της έστελνε έναν μυστικό κωδικό. Το μήνυμα αυτό δεν έφτασε ποτέ.
Η Τζέσικα Λόιντ Μέι καταλήγει ότι η τεχνητή νοημοσύνη δεν δημιούργησε την ανθρώπινη ανάγκη να διατηρεί ζωντανή τη σχέση με τους νεκρούς· απλώς της έδωσε νέα μορφή. Ωστόσο, όσο παραμένουν άγνωστες οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις αυτών των τεχνολογιών στην ψυχική υγεία και δεν έχουν απαντηθεί τα κρίσιμα ηθικά ερωτήματα, θεωρεί πως απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή απέναντι σε μια αγορά που υπόσχεται να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο.
*Κεντρική Εικόνα: Ουίλιαμ-Αντόλφ Μπουγκερό, Το Πρώτο Πένθος, 1888


